Αρχική Χάρτης Πλοήγησης Αναζήτηση
 
21

 

Μαθητής της πέμπτης τάξης στο εξατάξιο Γυμνάσιου του Νέου Φαλήρου – Μοσχάτου -στην παραλία Ποσειδώνος - με βρίσκει το 1967 το πραξικόπημα της 21ης    Απριλίου. Το σπίτι που μέναμε,  ένα διώροφο κτίριο με κήπο επί της  οδού  Ζαΐμη 18 στο Νέο Φάληρο – στο οποίο προπολεμικά κατοίκησε ο Γεώργιος Σουρής -  συνόρευε με την  εκκλησία του Αγίου Δημητρίου και έμπροσθεν του περνούσαν οι γραμμές του  ηλεκτρικού  σιδηροδρόμου. Πίσω από τις γραμμές δέσποζε το στάδιο Καραϊσκάκη.
Στο ισόγειο κατοικούσαν δυο ηλικιωμένες και μοναχικές αδελφές. Εμείς τα τέσσερα αδέλφια με την μητέρα  μέναμε στον επάνω όροφο στον οποίο οδηγούσε εξωτερική σκάλα. Ο πατέρας έλειπε, πηγαινοερχόταν μεταξύ Κρήτης και Αθήνας και τον ίδιο χρόνο, στις 15 Σεπτεμβρίου άφησε την τελευταία του πνοή στο  Ρέθεμνος, στον σπίτι μας στις Πρασσές.
Ενώ κάθε πρωί στις επτά η μητέρα με ζωηρή φωνή άνοιγε τις πόρτες των δωματίων και μας ξυπνούσε για να πάρουμε γρήγορα το πρωινό και να φύγουμε για το σχολείο,  το πρωί της 21ης Απριλίου δεν το έπραξε.
Ξυπνήσαμε μόνοι μας, και όπως κάθε πρωί αφού πλύναμε το πρόσωπό μας, κατευθυνθήκαμε στο χώρο της κουζίνας για το πρωινό. Αντικρίζοντας μας η μητέρα,  ξαφνιάστηκε όχι  γιατί ξυπνήσαμε μόνοι μας αλλά γιατί είχαμε ήδη ντυθεί και με την σάκα  υπό μάλης,  ήμασταν έτοιμοι να ξεπορτίσουμε. Καθισμένη στην καρέκλα δίπλα στο ψυγείο, με το μικρό τρανζίστορ ανοιχτό  - σε χαμηλό τόνο  - άκουγε τα   στρατιωτικά εμβατήρια που μετέδιδε ο ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών,  σχεδόν έντρομη μας είπε: Σήμερα δεν θα πάτε πουθενά, απαγορεύεται η κυκλοφορία στους δρόμους, ο στρατός έγινε κυβέρνηση. Αμέσως  κατευθύνθηκε στην εξώπορτα και την κλείδωσε με αποφασιστικότητα. Τ’ αδέλφια  αλληλοκοιταχθήκαμε, παραμείναμε για λίγο μουγγοί – άφωνοι και στη συνέχεια κατευθυνθήκαμε προς την βεράντα. Η μητέρα μάς ακολούθησε προτρέποντας μας  να μην πάμε στην άκρη στο κιγκλίδωμα και μας δουν. Ενώ κοιτούσαμε κάτω τον δρόμο και τις γραμμές του τρένου αναμένοντας να δούμε αν κυκλοφορούν άνθρωποι  και αν λειτουργεί ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος με συνωμοτικό ύφος σήκωσε  την ματιά της κοιτάζοντας απέναντι ψηλά.   Με ένα νεύμα της μας προέτρεπε να  κοιτάξουμε και εμείς προς τα εκεί. Γυρίσαμε διστακτικά τις ματιές μας και έκπληκτοι αντικρίσαμε στο τελευταίο διάζωμα του σταδίου Καραϊσκάκη να περιπολούν στρατιώτες που φορούσαν  χλαίνη,  με σηκωμένο γιακά με το όπλο στον ώμο και  την  ξιφολόγχη να προεξέχει.
Γυρίσαμε προς την μητέρα η οποία με χαμηλωμένη φωνή ψέλλισε: γρήγορα μέσα. Έκλεισε γρήγορα την πόρτα της βεράντας και κατευθυνθήκαμε  στην κουζίνα,  στο ραδιόφωνο ο εκφωνητής διάβαζε την πρώτη εξαγγελία της «εθνοσωτηρίου επαναστάσεως».
«Ελληνικέ Λαέ, αι ένοπλαι δυνάμεις από της πρωίας της σήμερον δια επαναστάσεως ανέλαβαν τη διακυβέρνησην της χώρας, μέχρι νεοτέρας απαγορεύεται η κυκλοφορία, οι συναθροίσεις, ………κ.τ.λ.»
Μια περίεργη ανησυχία μας κατέλαβε, θέλαμε κάτι να κάνουμε αλλά δεν ξέραμε τι.  Το πίσω μέρος του σπιτιού μας συνόρευε με το αρχοντικό του θείου απ’ τα Χανιά απ’ τον οποίο η μητέρα εν τω μεταξύ είχε φρέσκια ενημέρωση.   Επιστράτευσε λοιπόν τα τελευταία νέα για να μας πείσει να μην ξεμυτίσουμε από το σπίτι. Ακούστε, μας είπε χαμηλόφωνα, στην οδό Τζαβέλα, στην Καστέλα ως τα ξημερώματα  συνελάμβαναν  κομουνιστές. Πράγματι μέχρι και τις δέκα το πρωί τα στρατιωτικά Τζέιμς  πηγαινοέρχονταν φορτωμένα.
Η μάνα ανησυχούσε και εμείς επιμέναμε να βγούμε έξω. Πολιτικά αν και νέοι, ήμασταν υποψιασμένοι, γαλουχημένοι θα έλεγα, από τις πατρικές εξιστορήσεις αλλά και από τα πρόσφατα  Ιουλιανά. Επί χρόνια ακούγαμε τις κατάρες για το παλάτι και την πανούργα   Φρειδερίκη.
Μαμά – της λέω – πάω μέχρι το σχολείο να δω τι γίνεται, δεν μπορεί, κάποιοι συμμαθητές θα πάνε και βέβαια οι καθηγητές θα είναι εκεί, σημειώνω ότι ένας από τους καθηγητές μας ήταν ο Κώστας Γεωργουσόπουλος. Παρά την επαναλαμβανόμενη άρνηση της, κάποια στιγμή γύρω στις 11 το πρωί ενέδωσε και μαζί με τον αδελφό μου τον Γιάννη, πήγαμε  στο σπίτι του θείου. Ο Γιώργος Φιλαδιτάκης, ο  γαμπρός του θείου  με αριστερές ιδέες μας πήρε από το χέρι και πήγαμε βόλτα στο κέντρο του Νέου Φαλήρου. Καθίσαμε στο καφενείο Φαληράκι όπου και  σύχναζαν οι ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού, τα ινδάλματά μας. Το καφενείο ήταν άδειο, μόνο οι φίλοι του θείου κάθονταν στο βάθος, κατευθυνθήκαμε προς αυτούς, συζητούσαν και κοίταζαν προς τον δρόμο. «Δες τους αστυφύλακες, είπε ο θείος. Τα’ χουν χαμένα, απάντησε ο ένας φίλος του.  Έχασαν την εξουσία, συνέχισε ο τρίτος,, από σήμερα  θα στέκονται προσοχή στο χακί ακόμα και στον φαντάρο που θα συναντούν, θα κάνουν παρουσιάσθε».
Γυρίσαμε σπίτι. Τηλεόραση δεν υπήρχε, μόνη ενημέρωση το ραδιόφωνο ή το τηλέφωνο. Το πρώτο ήταν ελεγχόμενο, στο δεύτερο υπήρχε αυτολογοκρισία. Αργά το βράδυ πληροφορηθήκαμε ότι θα σχηματισθεί Κυβέρνηση με τον Κόλλια. Μέχρι τότε στα ονόματα των τριών γνωστών αρχιπραξικοπηματιών δεν εστίαζε κανείς. Ο θείος έλεγε και ξανάλεγε, ότι πρόκειται για βασιλικό πραξικόπημα και ότι ο ορισθείς πρωθυπουργός είναι ο ευνοούμενος  των ανακτόρων από την εποχή της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη. Χρειάστηκε να φθάσουμε στις 13 Δεκεμβρίου για να καταλάβουμε τι ανόητο άνακτα διαθέταμε. Ενταφίασε εαυτόν και τη χώρα επί μια επταετία.
Το βράδυ, λίγο πριν πέσουμε για ύπνο η μητέρα σημείωσε, απευθυνόμενη στο θείο: Γιώργη, όλες οι κυβερνήσεις κάποια στιγμή φεύγουν, θα φύγουν και αυτοί, το θέμα είναι πως.
Δυστυχώς, έτσι και έγινε, μετά από επτά έτη έφυγαν με πολύ μεγάλο κόστος.